Ο ορισμός της εγκεφαλικής παράλυσης που εμφανίζεται στην ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια Βικιπαίδεια είναι ο εξής:
Η Εγκεφαλική Παράλυση (Cerebral Palsy), ή νόσος του Little, είναι πάθηση του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΚΝΣ, δηλαδή εγκέφαλος, νωτιαίος μυελός και παρεγκεφαλίδα), και προέρχεται από μη εξελισσόμενη βλάβη αυτών. Η νόσος περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον Άγγλο χειρουργό William Little το έτος 1860. Ο ακριβής αγγλικός ορισμός της παθήσεως είναι: «Cerebral palsy (CP) is an umbrella term encompassing a group of non-progressive, non-contagious condition that cause physical disability in human development». Εκδηλώνεται με διάφορες κινητικές διαταραχές (σπαστικότητα, αθέτωση, αταξία, δυσκαμψία, ατονία), και η οποία ενίοτε αλλά όχι πάντα συνοδεύεται από διανοητική καθυστέρηση. Αποτελεί σοβαρό ιατρικό και κοινωνικό πρόβλημα, λόγω της μεγάλης δυσκολίας αν όχι της αδυναμίας, στη θεραπεία αυτής της σοβαρής παθήσεως[1]. Ο κωδικός της παθήσεως στην διεθνή ταξινόμηση της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας είναι ICD-10, G80. Στην έκδοση ICD-9 ήταν 343.
Εάν θέλετε να διαβάσετε περισσότερα στα ελληνικά για την εγκεφαλική παράλυση ακολουθήστε τον παραπάνω σύνδεσμο. Εάν μιλάτε αγγλικά είναι καλύτερα να επισκεφτείτε την αγγλική σελίδα της Wikipedia επειδή εκεί θα βρείτε πολύ περισσότερες και σοβαρότερες πληροφορίες.
Οι κινητικές δυσλειτουργίες που εμφανίζονται στην εγκεφαλική παράλυση οφείλονται κυρίως στους συνδυασμούς των παρακάτω καταστάσεων:
- υπάρχουν μύες που είναι υπερτονικοί και το άτομο δεν μπορεί να ελέγξει τη χαλάρωσή τους
- οι υπερτονικοί μύες, λόγω των παρατεταμένων συσπάσεων των μυϊκών ινών τους, γίνονται υπερτροφικοί ( και πολύ δυνατοί)
- υπάρχουν μύες που δεν νευρώνονται σωστά και (επειδή δεν "χρησιμοποιούνται") καθίστανται ατροφικοί
- δημιουργούνται "συ-συσπάσεις" σε ανταγωνιστές μύες (και ανταγωνιστικές μυϊκές ομάδες) που ασκούν μεγάλες δυνάμεις στις κλειδώσεις και δυσχεραίνουν (έως και αποκλείουν) το εύρος κίνησης.
Με την ηλεκτρομυογραφική βιοανάδραση, στο πλαίσιο της νευρομυϊκής εκπαίδευσης, οι βασικοί εκπαιδευτικοί στόχοι είναι:
| Επιστράτευση πρόσθετων κινητικών μονάδων. Σε μύες που εμφανίζουν μειωμένα ποσοστά επιστράτευσης κινητικών μονάδων, με τα ευαίσθητα μηχανήματα του biofeedback το άτομο εκπαιδεύεται να επιστρατεύει εθελοντικά πρόσθετες κινητικές μονάδες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της μυικής μάζας (και κατά συνέπεια της μυϊκής δύναμης και ελέγχου). | |||
| Εκπαίδευση στον έλεγχο των ανταγωνιστικών μυϊκών ομάδων. Παρακολουθώντας τη λειτουργία των μυών του σε ειδικές οθόνες (με τρόπο που να καταλαβαίνει πολύ καλά τι συμβαίνει) το άτομο μαθαίνει να ελέγχει λειτουργικά τη δραστηριότητά τους. Αρχικά μαθαίνει να ελέγχει τους "εύκολους" μύες, ανά δύο, και μετά η "αλυσίδα του ελέγχου οργανώνεται και επεκτείνεται στο σύνολο των μυών. | ![]() |
||
| Δημιουργία νέων νευρομυϊκών προτύπων. Καθώς εγκαθίσταται ο έλεγχος μεμονωμένων μυών, γενικεύεται σε έλεγχο απλών μυϊκών ομάδων σε εύκολες κινήσεις και κατόπιν αρχίζει να μεταφέρεται έξω από το εργαστήριο στην καθημερινότητα του εκπαιδευόμενου. Μετά από αρκετές επαναλήψεις δηλαδή, η κίνηση αρχίζει να γίνεται "αυτόματη" και χωρίς να το πολυσκέφτεται. | ![]() |
||
| Δημιουργία λειτουργικών νευρομυϊκών προτύπων. Εδώ αντί να δημιουργούνται νέα νευρομυϊκά πρότυπα κίνησης, εφόσον επιδέχονται βελτίωση, διορθώνονται τα ήδη υπάρχοντα δυσλειτουργικά. |
Για περισσότερες πληροφορίες διαβάστε το προηγούμενο θέμα με τίτλο: "Η Χρήση της ΗΜΓ Ανατροφοδότησης (EMG Biofeedback) για τη Θεραπεία Δυσλειτουργιών του Νευρομυϊκού Συστήματος".
Η κύρια εμπειρία μου στην εγκεφαλική παράλυση αποκτήθηκε κατά την:
|
![]() |



