Χρηστίδης, Δ. Α., Γιαγλής, Δ. Γ., Νασιοπούλου, Γ., Πασαλίδου, Χ., και Τζαβέλα, Ε. Κεφαλαλγία μυϊκής τάσης ή τύπου τάσης; 5ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ελληνικής Εταιρείας Κεφαλαλγίας. Αθήνα. (Φεβρουάριος 2003).
Περίληψη:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η ταξινόμηση της κεφαλαλγίας από την Ad Hoc Committee (1962), τον Lance (1978), τον Dalesio (1980) αλλά και τον Diamond (1990) περιλαμβάνει την κατηγορία "Κεφαλαλγία από Μυϊκή Σύσπαση" ή Κεφαλαλγία Τάσεως, αντικατοπτρίζοντας την αντίληψη ότι οφείλεται σε παρατεταμένη μυϊκή σύσπαση. Αργότερα η εξήγηση αυτή αμφισβητήθηκε, με κατάληξη το 1988 η Διεθνής Επιτροπή Ταξινόμησης των Κεφαλαλγιών να τη μετονομάσει σε "Κεφαλαλγία Τύπου Τάσεως", προτείνοντας το διαχωρισμό της σε περιπτώσεις όπου ανιχνεύεται διαταραχή των περικρανιακών μυών ή όχι. Την ταξινόμηση αυτή υιοθέτησε και η ΠΟΥ στο ICD-10 (1993). Οι συγγραφείς, από την κλινική τους εμπειρία, ανέκαθεν θεωρούσαν ότι οι ΚΤΤ πάντοτε συνοδεύονται από αυξημένη μυϊκή τάση και ότι η απουσία της οφείλεται σε συνθήκες υψηλής επίγνωσης του κεφαλαλγικού κατά τη μέτρηση.
ΣΚΟΠΟΣ: Να διερευνηθεί κατά πόσο οι συνθήκες: «επίγνωση» και «μη επίγνωση» κατά τη διάρκεια αρχικών ψυχοφυσιολογικών μετρήσεων κεφαλαλγικών ατόμων είναι δυνατόν να επηρεάσουν τις αντίστοιχες τιμές, καθιστώντας τις αναξιόπιστες.
ΥΛΙΚΟ-ΜΕΘΟΔΟΙ: Μετρήθηκαν οι ηλεκτρομυογραφικές, ηλεκτροδερματικές και θερμογραφικές τιμές δέκα κεφαλαλγικών α) ενόσω είχαν «επίγνωση» ότι καταγράφονται οι τιμές τους και β) κατά τη διάρκεια απόσπασης της προσοχής τους («μη επίγνωσης»).
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η σύγκριση όλων των σχετικών μεταβλητών έδειξε χαμηλότερες τιμές στη συνθήκη «επίγνωση», όπου οι ηλεκτρομυογραφικές και ηλεκτροδερματικές τιμές παρουσιάζουν στατιστικώς σημαντική διαφορά.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Οι κεφαλαλγικοί όντως έχουν αυξημένη μυϊκή τάση αλλά, φαίνεται πως ο τρόπος ή/και το γεγονός της μέτρησης, δημιουργώντας συνθήκες υψηλής επίγνωσης, επηρεάζουν αυτήν την εικόνα. Η θεραπευτική αντιμετώπιση στηρίζεται στις αντιλήψεις για τον παθογενετικό μηχανισμό και, καθώς ο τρόπος λήψης των αρχικών ψυχοφυσιολογικών μετρήσεων φαίνεται να είναι σημαντικός, προτείνεται α) η επανεκτίμηση του παράγοντα της μυϊκής τάσης και β) εφεξής οι αρχικές ψυχοφυσιολογικές μετρήσεις να πραγματοποιούνται και σε συνθήκες «μη επίγνωσης».
